Πεινούσα-I was hungry

Απόσπασμα από το αυτό το κείμενο του N. Ago

Μπορεί και να το θυμάστε το κατάστημα. «Βιοτεχνία Υποκαμίσων Νικόλαος Ζάκκας», γωνία Ευριπίδου και Αιόλου. Τρίτη πρωί, περιμένω να γνωρίσω τον ιδιοκτήτη εκείνου του μαγαζιού. Ενας εθελοντής ανοίγει το δεύτερο φύλλο της ξύλινης πόρτας. Το αναπηρικό καροτσάκι δεν χωράει να μπει αλλιώς στο Ιδρυμα Αστέγων. Ενας άνδρας με γκρίζα γένια. «Χαίρω πολύ», λέει. Η βιοτεχνία υποκαμίσων έχει κλείσει πολλά χρόνια τώρα. «Νίκος Ζάκκας». Τίποτα για τον κύριο Νίκο δεν πήγε όπως έπρεπε.

Τακτοποιεί το καρότσι του δίπλα στο τραπέζι. Κάθε μεσημέρι στις 12 έρχεται εδώ για το συσσίτιο. «Είναι καλό το φαγητό εδώ», κάνει. «Είναι και οι άνθρωποι καλοί». Φοράει ένα άσπρο – μπλε πουκάμισο. Κοκάλινα κουμπιά, λευκές μανσέτες. Αυτό έμεινε απ’ τον παλιό, καλό καιρό.

«Η κόρη μου δεν με θέλει». Η ιστορία του σε έξι λέξεις. Τώρα ο κ. Νίκος μένει «στο Capri». Νομίζω πως μου κάνει πλάκα, αλλά σαν αστείο της μοίρας, το ξενοδοχείο των αστέγων στο Μεταξουργείο το λένε πράγματι «Capri». Στην οδό Ψαρομηλίγκου 7, έναν όροφο πιο πάνω ο κ. Νίκος έχει την κυρία Βασιλική. Την γνώρισε εκεί αλλά όποτε χρειάζεται κάτι, εκείνη πρώτη θα τρέξει. «Μη γράψεις επώνυμο», μου λέει εκείνη. Στα 63 της, δεν θέλει να βαρύνει κανέναν απ’ όσους απέμειναν να μοιράζονται το ίδιο επώνυμο μαζί της. Η Βασιλική μού διηγείται μια ζωή που ταιριάζει σε αγρίμι. Πώς να φανταστείς αυτή τη γυναίκα σ’ ένα καλύβι χωρίς φως και νερό, μες στο δάσος να φυλάει ένα ψυχασθενή αδελφό; Μιλάει χωρίς ένταση, σχεδόν σαν να διαβάζει βιβλίο. Την ρωτάω πώς έφτασε στο Ιδρυμα Αστέγων. «Ηρθα μόνη μου», λέει. «Πεινούσα. Ανέβηκα τις σκάλες κι έπεσα στην πόρτα του αντιδημάρχου. Ηρθαν τα κορίτσια του δήμου. “Ελα να κατέβουμε κάτω”, μου έλεγαν, “έλα να πάμε μαζί για το συσσίτιο”. Αλλά εγώ είχα κολλήσει. “Ψέματα λέτε όλες”, τους φώναζα. Είχα κολλήσει σαν το σκυλί στην πόρτα».

Πέντε χρόνια μετά, η Βασιλική απέναντί μου είναι μια συνηθισμένη γυναίκα. Στον δρόμο, δεν θα σε παραξένευε αν περπατούσε δίπλα σου. Οι άνθρωποι που φτάνουν ώς εδώ θέλουν χρόνο. Αν τους τον δώσεις, μπορεί και να επανέλθουν. Αλλά απ’ όταν άρχισε η κρίση, ο χρόνος είναι πολυτέλεια. Ο πρόεδρος του Ιδρύματος Αστέγων, ο Γ. Αποστολόπουλος, προσπαθεί με κάθε τρόπο να τα βγάλει πέρα. «Κάνουμε ό,τι μπορούμε», λέει, «αλλά κι εμείς στην κρίση ζούμε. Εχουμε ανάγκη από χορηγίες και δωρεές σε είδη διατροφής. Ο,τι μπορούμε να μοιράσουμε άμεσα στον κόσμο».

Της Μαριλης Mαργωμενου Καθημερινή

You might remember the store «Nicolaos Zakkas, shirt company» in the corner of Evripidou and Eolou street. On Tuesday morning, I wait to meet the owner of that store. A volunteer opens the second half of the wooden entrance door. Otherwise the wheelchair cannot fit to enter the homeless institution. It’s a man with grey beard. «Pleased to meet you» he says. The shirt company has been closed, many years ago. «Nikos Zakkas». Nothing went as planned, for Mr. Nikos.

He manages the wheelchair next to the table. Every noon he comes here for the free-lunch kitchen. «The food is good here» he comments. «The people are good too». He wears a blue and white shirt. Horn buttons, white sleeves. That’s what’s left from the good old times.

«My daugher does not want me». His story in six words. Now Mr. Nikos lives in «the Capri». I assume he’s joking, but, as if it’s a joke of fate, the homeless hotel in Metaxourgeio area (Athens) is indeed called «Capri». In 7 Psaromiligou street, one floor above, Vasiliki is there for Mr. Nikos. He met her there, but whenever he needs something, she’s the first one to come. «Don’t write a surname», she says. At 63, she does not want to impose on any of those left who share the same surname.

Vasiliki tells me of a story fit for a wild animal. How can you imagine that this woman, in a hut with no electricity or running water, in the forest, sustains her deranged brother? She speaks with no tension, as if reading off a book. I ask her how she came to the homeless institution. «I came on my own» she replies. «I was hungry. I came up the stairs and fell to the floor of the vice-mayor. The girls of city hall came and took me downstairs «come, let’s go together to the dinner kitchen» they said. But I did not believe them. «You all lie!» I shouted at them. I was stuck like a dog at the door.»

Five years later, Vasiliki stands opposite to me, like any other woman. On the road, you would not notice her if she walked beside you. People who come here, need time. If you give it to them, they may recover. But, since the crisis started, time is a luxury. The president of the homeless foundation, G.Apostolopoulos, tries to manage. «We do what we can» he says «but we also live inside the crisis. We need sponsors and donations in food products. Whatever we can distribute to the people.»

Το κείμενο εστάλη και μεταφράστηκε από την espoir

Advertisements
This entry was posted in άστεγοι, αλλυλεγγύη. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s